κρομμύδιον
κρομμύδιον, small onion
κρομμύδιον, τό,
- small onion, Gp. 12.1.2 (κρομύδιν codd.), Sch. Opp. H. 3.173.
κρομμύδιον, ου (τὸ) c. κρόμμυον, Geop. 12, 1, 2.
κρομμύδιον, τό, dim. zu κρόμμυον, Schol. Opp. 3.173.