κρυσταλλοπήξ Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Middle Liddell κρυσταλλο·πήξ, πῆγος (ὁ, ἡ) c. le préc. Eschl. Pers. 501. κρυσταλλο-πήξ -ῆγος [πήγνυμι] als adj., bevroren. κρυσταλλοπήξ, ῆγος, ὁ, ἡ, = κρυσταλλόπηκτος, Aesch.