κρυσταλλόπηκτος
κρυσταλλόπηκτος, congealed to ice, frozen
κρυσταλλό-πηκτος, ον,
- congealed to ice, frozen, E. Rh. 441:— also κρυσταλλο-πήξ, ῆγος, ὁ, ἡ, A. Pers. 501.
κρυσταλλό·πηκτος, ος, ον, congelé, glacé, Eur. Rhes. 441.
Étym. κρύσταλλος, πήγνυμι.
κρυσταλλόπηκτος, zu Eis gefroren ; φυσήματα Eur. Rhes. 441 ; νᾶμα Paul.Sil. Therm. Pyth. 95.
κρυσταλλόπηκτος
κρυσταλλό-πηκτος, ον
- congealed to ice, frozen, Eur.