κυανόχρως
κυᾰνό-χρως, ων, gen. ωτος,
- = foreg., πλόκαμος E. Ph. 308 (lyr.); θαλάττης ἔδαφος Alcid. ap. Arist. Rh. 1406a5.
κυανό·χρως, ως, ων, gén. ωτος (ὁ, ἡ) [ῡᾰ] c. le préc. Eur. Ph. 308.
κυανόχρως, ωτος, dunkel-, schwarzfarbig ; πλόκαμος Eur. Phoen. 317 ; auch a. D.; nach Arist. rhet. 3.3 nannte Alcidamas κυανόχρων τὸ τῆς θαλάττης ἔδαφος.