κυανόπλοκος
κῠᾰνό-πλοκος, ον, = foreg., Pi. Pae. 6.83.
κῠᾰνόπλοκος, -ον
- 1dark haired κυανοπλόκοιο ποντίας Θέτιος (κυανοκόμοιο Πim) Pae. 6.83