κυανοπρῴρειος
κῠᾰνο-πρῴρειος, ον, = sq., Od. 3.299:
κυανοπρῴρειος, ος, ον [ῠᾰ] c. le suiv. Od. 3, 299.
κυανοπρῴρειος, ον, = κυανόπρῳρος ; νῆες, Od. 3.299. – EM. 695.32 führt aus Sim. das fem. κυανοπρώϊρα an.
κυανοπρῴρειος
-ον.
[As κυανόπρῳρος.]
= κυανόπρῳρος. Od. 3.299.
κυανοπρῴρειος
κυᾰνο-πρῴρειος, ον
= κυᾰνόπρῳρος, Od.