κυανοπρώϊρα Save Bailly 2024 Pape κυανο·πρώϊρα, ας [ῠᾰν] adj. f. c. les suiv. Sim. fr. 241. κυανοπρώϊρα, s. κυανοπρῴρειος, κυανόπρῳρος.