Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυβάβδα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυανοκευθής
κυανοκρήδεμνος
κυανόπεζα
κυανόπεπλος
κυανοπλόκαμος
κυανόπλοκος
κυανοπρώειρα
κυανοπρώϊρα
κυανοπρῴρειος
κυανόπρῳρος
κυανόπτερος
κυανοπτέρυξ
κύανος
κυανός
κυανόστολος
κυανοῦς
κυάνοφρυς
κυανοχαῖτα
κυανοχαίτης
κυανοχίτων
κυανόχροος
κυανόχρως
κυανόχρωτος
Κυανοψιών
κυανώπης
κυανῶπις
κυανωπός
κυάνωσις
Κυαξάρης
κύαρ
κυβάβδα
κυβάζω
κυβαία
κυβαΐζοντες
κυβάλης
κυβαλικός
κύβας
κυβάω
κύββα
κύβδα
κύβδασος
κυβέβις
κύβεθρον
κυβεία
κυβείας
κυβεῖον
κύβειρος
Κύβελα
Κυβέλα
Κυβέλεια
Κυβέλειον
κυβέλη
Κυβέλη
Κυβελήϊος
Κυβεληΐς
κυβέλιον
Κύβελον
κυβεπίκυβος
κυβερνα
κυβέρνασις
κυβερνάτας
…
κυβάβδα
Save
LSJ
κυβάβδα·
αἷμα
(Amathus),
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}