Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυκλοειδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυκλευτής
κυκλεύω
κυκλέω
κυκληδόν
κύκλησις
κυκλιαῖος
κυκλιακά
κυκλιακός
κυκλιάς
κυκλίζομαι
κυκλίζω
κυκλικός
κυκλικῶς
κυκλιοδιδάσκαλος
κύκλιος
κυκλίσκιον
κυκλίσκομαι
κυκλίσκος
κυκλισκωτός
κυκλισμός
κυκλίστρια
κυκλοβορέω
Κυκλοβορέω
Κυκλοβόρος
κυκλογάλων
κυκλογραφέω
κυκλογραφία
κυκλογράφος
κυκλοδίωκτος
κυκλοειδής
κυκλοειδῶς
κυκλόεις
κυκλοέλικτος
κυκλόθεν
κυκλόθι
κυκλομόλιβδος
κυκλομόλυβδος
κυκλοποιέομαι
κυκλοποιέω
κυκλοποιησάμενοι
κυκλοπορεία
κυκλοπορέω
κυκλοπορία
κυκλοπόρος
κύκλος
κυκλόσε
κυκλοσοβέω
κυκλοστρεφέομαι
κυκλοτερής
κυκλοτέρμων
κυκλοτερῶς
κυκλότης
κυκλοῦχος
κυκλοφορέομαι
κυκλοφορητικός
κυκλοφορητικῶς
κυκλοφόρητος
κυκλοφορία
κυκλοφορικός
κυκλοφορικῶς
κυκλοφόρος
…
κυκλοειδῶς
Save
Bailly 2024
κυκλοειδῶς,
adv.
circulairement,
Gal.
19, 312,
etc.
Étym.
κυκλοειδής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}