κυκλοφορικός
κυκλοφορ-ικός, ή, όν,
- = κυκλοφορητικός, Ph. 1.623, Plu. QPlat. 2.1004c, Gal. UP 15.8 (v.l. -ητικήν), Them. in APo. 17.1. Adv. -κῶς Placit. 1.7.32.
κυκλοφορικός, ή, όν, mû circulairement, Ps.-Plut. V. Hom. 104 ; Phil. 1, 623 ; Gal. 4, 671.
Étym. κυκλοφόρος.
κυκλοφορικός, ή, όν, = κυκλοφορητικός, Sp.; – adv., κινεῖσθαι Plut. plac.phil. 1.7.