Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυκόωντι
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κύκλωμα
Κυκλωπεία
Κυκλώπειος
Κύκλωπες
Κυκλωπία
Κυκλωπικῶς
κυκλώπιον
Κυκλώπιον
Κυκλώπιος
Κυκλωπίς
κύκλωσις
κυκλωτέρως
κυκλωτός
Κύκλωψ
κύκλωψ
κυκνάριον
κύκνειος
Κύκνειος
κυκνίας
κυκνίας ἀετός
κυκνῖτις
κυκνογενής
κυκνόθρεπτος
κυκνοκάνθαρος
κυκνόμορφος
κυκνόπτερος
κύκνος
Κύκνος
κύκνοψις
κυκόων
κυκόωντι
κύκοωψ
κυκύϊζα
κύλα
Κυλάραβις
κύλη
κυληβίς
κυλίδιον
κυλικεῖον
κυλίκειος
κυλικηγορέω
κυλικηγόρος
κυλικήρυτος
κυλίκιον
κυλικίς
κυλίκνη
κυλικνίς
κυλικοφόρος
κυλικώδης
κυλινδαίνω
κυλινδέω
κυλινδήθρα
κυλίνδησις
κυλινδρικός
κυλινδρικῶς
κυλίνδριον
κυλινδρίσκος
κυλινδροειδής
κύλινδρος
κυλινδρόω
κυλινδρώδης
…
κυκόωντι
Save
Cunliffe Homer
κυκόωντι
dat. sing. masc. pres. pple. κυκάω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}