κυνιδεύς
κυνιδεύς, a puppy
κυνιδεύς, ὁ, ein junger Hund, Theocr. 5.25, v.l. für κίναδος, κιναδεύς.
κυνιδεύς
κῠνῐδεύς, έως,
- a puppy (cf. λαγιδεύς, λυκιδεύς) , Theocr.