κυνηγητήρ Save LSJ Bailly 2024 Pape κῠνηγ-ητήρ, ῆρος, ὁ, = κυνηγέτης, Man. 4.337. κυνηγητήρ, ῆρος (ὁ) [ῠ] chasseur, Man. 4, 337. Étym. κυνηγέω. κυνηγητήρ, ῆρος, ὁ, = κυνηγέτης, Jäger, Maneth. 4.337.