κυνηγέτις
κῠνηγ-έτις, ιδος, ἡ, fem. of κυνηγέτης (q.v.).
κυνηγέτις, ιδος [ῠῐδ] adj. f. chasseresse, A. Tat. 8, 12 ||
➳ Dor. κυναγέτις [ᾱ] Anth. 6, 115.
Étym. fém. de κυνηγέτης.
κυνηγέτις, ιδος, ἡ, fem. zu κυνηγέτης ; Ἄρτεμις, Poll. 5.13 ; αἰγανέα, der Jagdspieß, Antip.Sid. 18 (VI.115), in dor. Form κυνᾱγέτις.
κυνηγέτις
κῠνηγέτις, ιδος
fem. of κυνηγέτης.