κω
κω, v. πω. κῷα,
- v. Κῷος III.3. κωαί· ἀστράγαλοι, Hsch. (ante κώϊον, fort. κῶια). κωάζω, = ἀστραγαλίζω, Id.
- 2 = ἐνεχυράζω, Id. (also in form κοιάζω).
κω, ion. = πω, Her.