Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυψελίζω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κύφερον
κυφή
κῦφι
κυφίδιον
κυφογέρων
κυφοειδής
κυφόνωτος
κυφόομαι
κυφός
κῦφος
Κύφος
κυφότης
κυφόω
κύφω
κύφωμα
κύφων
κυφώνιον
κυφωνισμός
κύφωσις
κυχλωτά
κύχραμος
κύχρανος
Κυχρείδης
Κυχρεῖος
Κυχρεύς
κυψάλη
κύψας
Κύψελα
κυψέλη
Κυψελίδαι
κυψελίζω
κυψέλιον
κυψελίς
κυψελίτης
κυψελόβυστα
κυψελόβυστος
κύψελον
κύψελος
Κύψελος
κύω
κύων
κω
κώ
κῶ
κῷα
κωάζω
κωαί
Κῳακός
κῶας
κωβάθια
κώβαλοι
κώβαλος
κώβαξ
κωβήλη
κωβηλίνη
κωβιδάριον
κωβίδιον
κωβιός
κωβίτης
κωβῖτις
κωβιώδης
…
κυψελίζω
Save
Bailly 2024
κυψελίζω,
être un tyran comme Kypsélos,
Thgn.
894
.
Étym.
Κύψελος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}