Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κωαί
LSJ
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυφώνιον
κυφωνισμός
κύφωσις
κυχλωτά
κύχραμος
κύχρανος
Κυχρείδης
Κυχρεῖος
Κυχρεύς
κυψάλη
κύψας
Κύψελα
κυψέλη
Κυψελίδαι
κυψελίζω
κυψέλιον
κυψελίς
κυψελίτης
κυψελόβυστα
κυψελόβυστος
κύψελον
κύψελος
Κύψελος
κύω
κύων
κω
κώ
κῶ
κῷα
κωάζω
κωαί
Κῳακός
κῶας
κωβάθια
κώβαλοι
κώβαλος
κώβαξ
κωβήλη
κωβηλίνη
κωβιδάριον
κωβίδιον
κωβιός
κωβίτης
κωβῖτις
κωβιώδης
κωβίων
κῳδάριον
κωδάριον
κωδᾶς
κώδεα
κώδεια
κώδη
κωδία
κωδικίλλος
κῶδιξ
κῴδιο
κώδιο
κῴδιον
κώδιον
κῳδιοφόρος
κωδιοφόρος
…
κωαί
Save
LSJ
κωαί·
ἀστράγαλοι,
Hsch.
(ante
κώϊον,
fort.
κῶια
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}