κωβιώδης
κωβιώδης, like a κωβιός
κωβιώδης, ες,
- like a κωβιός, Plu. Sollert. 2.980f.
κωβιώδης, ης, ες, c. les préc. Plut. M. 280f.
Étym. κωβιός, -ωδης.
κωβιώδης, ες, dem κωβίτης ähnlich, eine Sardellenart, μεγέθει καὶ σχήματι κωβιῶδες ἰχθύδιον Plut. Sol. anim. 31.