Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Toggle dark mode
κῶ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Inverse
▲ earlier
κύφω
κύφωμα
κύφων
κυφώνιον
κυφωνισμός
κύφωσις
κυχλωτά
κύχραμος
κύχρανος
Κυχρείδης
Κυχρεῖος
Κυχρεύς
κυψάλη
κύψας
Κύψελα
κυψέλη
Κυψελίδαι
κυψελίζω
κυψέλιον
κυψελίς
κυψελίτης
κυψελόβυστα
κυψελόβυστος
κύψελον
κύψελος
Κύψελος
κύω
κύων
κω
κώ
κῶ
Κῳακός
κῶας
κωβάθια
κώβαλοι
κώβαλος
κώβαξ
κωβήλη
κωβηλίνη
κωβιδάριον
κωβίδιον
κωβιός
κωβίτης
κωβῖτις
κωβιώδης
κωβίων
κῳδάριον
κωδάριον
κωδᾶς
κώδεα
κώδεια
κώδη
κωδία
κωδικίλλος
κῶδιξ
κῴδιο
κώδιο
κῴδιον
κώδιον
κῳδιοφόρος
κωδιοφόρος
…
κῶ
Save
Bailly 2024
κῶ,
ion.
c.
πῶ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}