Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κωμῳδικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κωμίας
κωμίδιον
κωμικεύομαι
κωμικός
κωμικῶς
κώμιον
κῶμο
κωμογραμματεία
κωμογραμματεύς
κωμοδρομέω
κωμοκάτοικος
κωμομισθωτής
κωμόομαι
κωμοπλήξ
κωμόπολις
κῶμος
Κῶμος
κωμοφύλαξ
κωμόω
κωμύδριον
κώμυθος
Κώμυρος
κώμυς
κωμῳδέω
κωμῴδημα
κωμῳδητέον
κωμῳδία
κωμῳδιακός
κωμῳδιδάσκαλος
κωμῳδικός
κωμῳδικῶς
κωμῳδιογράφος
κωμῳδιοδιδάσκαλος
κωμῳδιοποιός
κωμῳδόγελως
κωμῳδογράφος
κωμῳδοδιδασκαλία
κωμῳδοδιδάσκαλος
κωμῳδολοιχέω
κωμῳδοποιητής
κωμῳδοποιΐα
κωμῳδοποιός
κωμῳδός
κωμῳδοτραγῳδία
κωμῳδοτραγῳδός
κῶνα
κώνα
κωνάζω
κωνάριον
Κώναρος
κωνάω
κωνειάζομαι
κώνειον
κώνης
κώνησις
κωνητικός
κωνίας
κωνίας οἶνος
κωνίζω
κωνικός
κωνίον
…
κωμῳδικῶς
Save
Bailly 2024
κωμῳδικῶς,
adv.
d’une manière comique,
Ath.
90
b
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}