κωμογραμματεία
κωμογραμματεία, office of κωμογραμματεύς
κωμογραμμᾰτ-εία, ἡ,
- office of κωμογραμματεύς, PTeb. 9.4 (ii B.C.), Sammelb. 5672, 6025 (both ii A.D.).