Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κόλυθροι
κόλυθροι, testicles
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολουστέος
κολουστός
κολουτέα
κολούω
κολοφών
Κολοφών
κολοφωνέω
Κολοφωνία
Κολοφωνιακός
Κολοφώνιος
κολόχειρ
κολπαβρός
κολπάριον
κολπίας
κολπίζω
κολπίτης
κολποειδής
κολποειδῶς
κόλπος
κολποφακῆ
κολπόω
κολπώδης
κόλπωμα
κόλπωσις
κολπωτός
κόλσασθαι
κόλυβα
κολύβδαινα
κόλυβος
κολύβριον
κόλυθροι
κόλυθρον
κόλυθρος
κολυθροφιλάρπαξ
κολύκιντος
κολύμβαινα
κολυμβάς
κολύμβατος
κολυμβάω
κολυμβήθρα
κολύμβησις
κολυμβητέον
κολυμβητήρ
κολυμβητής
κολυμβητική
κολυμβητικός
κολυμβίς
κολυμβιστής
κολυμβιτεύω
κόλυμβος
κολύμφατος
κολυμφάω
κολυρίζοντες
κολυτέα
κόλυτρον
κολύφανον
κολυφρόν
κόλφος
Κολχηΐς
κολχικόν
Κολχικός
…
κόλυθροι
Save
κόλυθροι, testicles
LSJ
κόλυθροι, οἱ,
testicles,
Arist.
Pr.
913b20.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}