κολποειδής
κολποειδής, like a bay
κολποειδής, ές,
- like a bay, Ael. NA 14.8. Adv. -δῶς Str. 9.1.1.
κολπο·ειδής, ής, ές, semblable à un golfe, El. N.A. 14, 8.
Étym. κόλπος, εἶδος.
κολποειδής, ές, busenartig ; χωρίον Ael. H.A. 14.8 ; – adv., κοιλαίνεσθαι Strab. IX.390.