κύνουρα
κύνουρα, sea-cliffs
κύνουρα [ῠ], ων, τά,
- sea-cliffs, Lyc. 99.
κύν·ουρα, ων (τὰ) [ῠ] récifs ou falaises, Lyc. 99 (κ. οὐρά ; cf. Κυνόσουρα 2).
κύνουρα, τά, Felsen im Meere, Klippen, Lycophr. 99.
κύνουρα, sea-cliffs