Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυνορράφιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυνολέσχης
κυνολογέω
κυνόλοφα
κυνολύγματε
κυνολύγματος
κυνόλυκος
κυνόλυσσος
κυνόμαζον
κυνόμαλον
κυνομαντεία
κυνομαχέω
κυνόμαχον
κυνομόριον
κυνόμορον
κυνόμορφος
κυνόμυια
κυνόξυλον
κυνόπληκτος
κύνοπλον
κυνοπόδιον
Κυνοπολίτης
κυνοπόταμος
κυνόπους
κυνόπρασον
κυνόπρηστις
κυνοπρόσωπος
κυνόπτικον
κυνοραιστής
κυνόροδον
κυνορραιστής
κυνορράφιον
κυνορτικός
κυνορχίας
κυνός
Κῦνος
Κυνὸς κεφαλαί
Κυνὸς σῆμα
Κυνόσαργες
κυνόσβατον
κυνόσβατος
κυνόσουρα
κυνοσουρά
Κυνόσουρα
κυνόσουρα ᾠά
κυνοσουρίς
κυνόσουρος
κυνοσπάρακτος
κυνοσπάς
κυνόσπαστος
κυνοσσόος
κυνόστομον
κυνοσφαγής
κυνόσφη
κυνοτροφική
κυνοτρόφος
κυνουλκός
κυνοῦλκος
κυνοῦπες
κύνουρα
κυνοῦραι
Κυνουρία
…
κυνορράφιον
Save
LSJ
κῠνο-ρράφιον [
ᾰ
], τό, (
κύων
VII) a surgical instrument,
Hermes
38.282.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}