Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυνός
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυνολύγματε
κυνολύγματος
κυνόλυκος
κυνόλυσσος
κυνόμαζον
κυνόμαλον
κυνομαντεία
κυνομαχέω
κυνόμαχον
κυνομόριον
κυνόμορον
κυνόμορφος
κυνόμυια
κυνόξυλον
κυνόπληκτος
κύνοπλον
κυνοπόδιον
Κυνοπολίτης
κυνοπόταμος
κυνόπους
κυνόπρασον
κυνόπρηστις
κυνοπρόσωπος
κυνόπτικον
κυνοραιστής
κυνόροδον
κυνορραιστής
κυνορράφιον
κυνορτικός
κυνορχίας
κυνός
Κῦνος
Κυνὸς κεφαλαί
Κυνὸς σῆμα
Κυνόσαργες
κυνόσβατον
κυνόσβατος
κυνόσουρα
κυνοσουρά
Κυνόσουρα
κυνόσουρα ᾠά
κυνοσουρίς
κυνόσουρος
κυνοσπάρακτος
κυνοσπάς
κυνόσπαστος
κυνοσσόος
κυνόστομον
κυνοσφαγής
κυνόσφη
κυνοτροφική
κυνοτρόφος
κυνουλκός
κυνοῦλκος
κυνοῦπες
κύνουρα
κυνοῦραι
Κυνουρία
Κυνούριος
κυνούχιον
κυνοῦχος
…
κυνός
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
κυνός,
gén. de
κύων
.
κυνός
gen. sing.
van
κύων.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}