λάμπρυσμα
λάμπρυσμα, ornament
λάμπρ-υσμα, ατος, τό,
- ornament, Phryn. PS pp. 82,124 B., Hsch. s.v. γλαινοί, EM 232.40.
λάμπρυσμα -ατος, τό [λαμπρύνω] ornament L. E.M. 232.40 etc.
λάμπρυσμα, τό, Schmuck, Putz, B.A. 47, 71. – Auch ein glänzender Körper, Sp.