λαμψάνη Save LSJ Brill-Montanari Bailly 2024 Pape λαμψάνη, ἡ, = λαψάνη (q.v.). λαμψάνη -ης, ἡ bot. wild mustard Diosc.2 2.116 etc., see λαψάνη. λαμψάνη, ης (ἡ) v. λαψάνη, Diosc. 2, 142. λαμψάνη, ἡ, = λαψάνη.