λαμπτηροφόρος
λαμπτηροφόρος, carrying lights
λαμπ-τηροφόρος, ον,
- carrying lights, παῖδες Socr.Rhod. 1 J.
λαμπτηροφόρος -ον [λαμπτήρ , φέρω ] bearer of a torch or lamp Socr. 1.
λαμπτηρο·φόρος, ος, ον, qui porte un flambeau, Socr. Rhod. (Ath. 148b).
Étym. λ. φέρω.
λαμπτηροφόρος, die Fackel oder Leuchte tragend, Ath. IV.148b.