λαγοκτονέω
λαγοκτονέω, to kill hares
λᾰγο-κτονέω,
- kill hares, AP 10.11 (Satyr.).
λᾰγοκτονέω , contr. [λαγώς, κτείνω ] to kill hares AP 10.11.2 (Ion. 2. sg. λαγοκτονέεις).
λαγο·κτονέω-ῶ [ᾰ] tuer des lièvres, Anth. 10, 11.
Étym. λαγώς, κτείνω.
λαγοκτονέω, (ein λαγοκτόνος sein), Hasen töten, Ep.adesp. 173 (X.11).
λαγοκτονέω
λᾰγο-κτονέω,
fut. -ήσω
κτείνω
- to kill hares, Anth.