λαγοσφαγία Save Bailly 2024 Pape λαγο·σφαγία, ας (ἡ) [ᾰγ] massacre de lièvres, Anth. 6, 167 (vulg. ; λαγωσφαγία conj.). Étym. λαγός, σφάζω. λαγοσφαγία, ἡ, s. λαγωσφαγία.