Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαγόφθαλμος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λαγκόβαρδοι
Λαγκόβριγα
λαγκούριον
λαγκρύζεσθαι
Λάγμος
λαγνεία
λάγνευμα
λαγνεύω
λάγνης
λαγνικός
λάγνιος
λαγνίστατος
λάγνος
λάγνως
λαγόγηρως
λαγοδαίτης
λαγοθήρας
λαγοθηρέω
λαγοκτονέω
λαγοκύμινον
λαγονάτη
λαγόνος
λαγορεῖς
λαγός
Λᾶγος
Λάγος
λαγοσφαγία
λαγοτροφεῖον
λαγούριον
Λάγουσα
λαγόφθαλμος
λαγρόν
λαγρονίτης
λαγρός
λαγύναρχος
λαγύνιον
λαγυνίς
λαγυνίσκος
λαγυνίων
λαγυνοθήκη
λάγυνος
λαγυνοφόρια
λαγυρίζομαι
λαγχάνω
λαγχηρός
λαγῶ
λαγωβολεῖον
λαγωβολία
λαγωβόλον
λαγωβόλος
λαγωδάριον
λαγῳδάριον
λαγωδάτον
λαγωδίας
λαγῴδιον
λαγώδιον
λαγώδων
λαγώειος
λαγωϊκός
λαγωΐνης
λαγωΐς
…
λαγόφθαλμος
Save
LSJ
λᾰγόφθαλμος,
= λαγώφθαλμος,
PMed.Strassb.
p.6 K.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}