λαγωβολία
λαγωβολία, hareshooting
λᾰγωβολ-ία, ἡ,
- hare-shooting, Call. Dian. 2 (pl.).
λᾰγωβολία -ας, ἡ [λαγωβόλον] hunt for hares Callim. H. 3.2.
λαγωβολία, ας (ἡ) [λᾰ] chasse au lièvre avec le λαγωβόλον, Call. Dian. 2, au pl.
λαγωβολία, ἡ, Hasenjagd mit λαγωβόλον, Callim. Dian. 2 im plur.