λαγονάτη
λᾰγο-νάτη,
- gloss on λαγώπυρος, Gal. 19.117.
λαγονάτη -ης, ἡ bot. Gal. 19.117, see λαγώπυρος.
λαγονάτη, ης (ἡ) c. λαγώπυρος, Gal. Lex. Hipp. 19, 117.
λαγονάτη, ἡ, nach Galen. = λαγώπυρος.