λαιμίζω
λαιμίζω, cut the throat, slaughter
λαιμίζω, (λαιμός)
- cut the throat, slaughter, βοῦν Lyc. 326.
λαιμίζω [λαιμός] to slaughter Lyc. 326 (aor. ptc. λαιμίσας).
λαιμίζω, égorger, Lyc. 326.
Étym. λαιμός.
λαιμίζω, abkehlen, schlachten, βοῦν, Lycophr. 326.