λαφθία
λαφθία, britia
λαφθία· ἡ ἀσπίς, ὅπλον, Hsch. λάφνη· δάφνη (Pergaean), Id. λαφνίσκος, =
- britia (dub. sens.), Gloss. (περὶ θρεμμάτων). λαφός· ὁ ἀριστερᾷ χειρὶ χρώμενος, Hsch.