λειοντομάχης
λειοντομάχης, a lion-fighter
λειοντομάχης, ὁ, p. statt λεοντομάχης, der Löwenkämpfer, Herakles, Theocr. ep. 19 (IX.598).
λειοντομάχης
λειοντο-μάχης (ᾰ), ου, ὁ,
μάχομαι
poetic for λεοντ-,
- a lion-fighter, Theocr.