λειόκαυλος
λειόκαυλος, smooth-stalked
λειό-καυλος, ον,
- smooth-stalked, Thphr. HP 7.8.2.
λειόκαυλος -ον [λεῖος , καυλός ] smooth-stemmed Thphr. H.P. 7.8.2.
λειό·καυλος, ος, ον, à tige lisse, Th. H.P. 7, 8, 2.
Étym. λ. καυλός.
λειόκαυλος, glattstengelig, Theophr.