Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λεπυρίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λεπτουργός
λεπτοϋφής
λεπτοφαής
λεπτοφανής
λεπτόφλοιος
λεπτοφυής
λεπτόφυλλος
λεπτοφωνία
λεπτόφωνος
λεπτόχανον
λεπτοχαράκτηρος
λεπτοχειλής
λεπτόχειλος
λεπτόχρως
λεπτόχυλος
λεπτοψάμαθα
λεπτοψάμαθος
λεπτόψηφος
λεπτόω
λεπτυνέω
Λέπτυνις
λέπτυνσις
λεπτυντέον
λεπτυντικός
λεπτύνω
λεπτυξίς
λεπτυσμός
λέπτω
λεπτῶς
λεπυρίζομαι
λεπυρίζω
λεπύριον
λεπυριόω
λεπυριώδης
λέπυρον
λεπυρός
λεπυρώδης
λεπύχανον
λέπω
λεπώδης
Λέριος
Λέρνα
Λερναῖος
Λέρνη
Λέρνος
λέρος
Λέρος
Λεσβάρχης
Λεσβιάζω
λεσβιάζω
Λεσβιακός
Λεσβιάς
Λεσβίζω
λεσβίζω
λέσβιον
Λέσβιος
Λεσβίς
Λεσβόθεν
Λεσβοκλῆς
Λέσβος
Λεσβῶναξ
…
λεπυρίζω
Save
Pape
λεπυρίζω
, [ῡ],
mit Rinde bedecken, Schol. Nic. Th
. 804 im pass.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}