λεπτοψάμαθος
λεπτοψάμαθος, with fine sand
λεπτο-ψάμᾰθος [ψᾰ], ον,
- with fine sand, προστόμια A. Supp. 3 (anap.), as Pauw for λεπτομαθῶν.
λεπτοψά̆μᾰθος -ον [λεπτός , ψάμαθος ] that has fine sand Aeschl. Suppl. 3.
λεπτο·ψάμαθος, ος, ον [ᾰᾰ] au sable fin, Eschl. Suppl. 3.