Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λεπτυντέον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λεπτοτομέω
λεπτοτράχηλος
λεπτότρητος
λεπτότριχος
λεπτουργέω
λεπτουργής
λεπτουργία
λεπτουργικά
λεπτουργός
λεπτοϋφής
λεπτοφαής
λεπτοφανής
λεπτόφλοιος
λεπτοφυής
λεπτόφυλλος
λεπτοφωνία
λεπτόφωνος
λεπτόχανον
λεπτοχαράκτηρος
λεπτοχειλής
λεπτόχειλος
λεπτόχρως
λεπτόχυλος
λεπτοψάμαθα
λεπτοψάμαθος
λεπτόψηφος
λεπτόω
λεπτυνέω
Λέπτυνις
λέπτυνσις
λεπτυντέον
λεπτυντικός
λεπτύνω
λεπτυξίς
λεπτυσμός
λέπτω
λεπτῶς
λεπυρίζομαι
λεπυρίζω
λεπύριον
λεπυριόω
λεπυριώδης
λέπυρον
λεπυρός
λεπυρώδης
λεπύχανον
λέπω
λεπώδης
Λέριος
Λέρνα
Λερναῖος
Λέρνη
Λέρνος
λέρος
Λέρος
Λεσβάρχης
Λεσβιάζω
λεσβιάζω
Λεσβιακός
Λεσβιάς
Λεσβίζω
…
λεπτυντέον
Save
LSJ
λεπτυν-τέον,
one must reduce,
τὸ πάχος
Aët.
16.61.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}