λεπτοχειλής
λεπτοχειλής, thin-lipped
λεπτο-χειλής, ές,
- thin-lipped, Arist. HA 528a29; v.l. λεπτόχειλος, ον.
λεπτοχειλής -ές or λεπτόχειλος -ον [λεπτός , χεῖλος ] thin-lipped Aristot. H.A. 528a 29 Heph1 3.45.9.
λεπτοχειλής, ές, mit dünnen Lippen, Ggstz παχυχειλής, Arist. H.A. 4.4, v.l. λεπτόχειλος.