λευκολόφας
λευκολόφας, white-crested
λευκο-λόφας, ᾱ, ὁ, = sq. 1, E. Ph. 119 (lyr.).
λευκολόφας -α Eur. Ph. 119, see λευκόλοφος.
λευκο·λόφας, ου [ᾱ] adj. m. c. λευκόλοφος, Eur. Ph. 119.
λευκολόφας, ὁ, = λευκόλοφος, Eur. Phoen. 120.
λευκολόφας
= λευκόλοφος, Eur.