λευκόκαρπος
λευκόκαρπος, yielding white fruit
λευκό-καρπος, ον,
- yielding white fruit, Thphr. HP 3.18.6.
λευκόκαρπος -ον [λευκός , καρπός] with white fruit Thphr. H.P. 3.18.6.
λευκό·καρπος, ος, ον, aux fruits blancs, Th. H.P. 3, 18, 6.
Étym. λ. καρπός.
λευκόκαρπος, mit weißer Frucht, Theophr.