Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λευκοκόμης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λεύκογρυψ
λευκοδάκτυλος
λευκοδέρματος
λευκόδερμος
λευκοδίφθερος
λευκόδους
λευκοειδής
λευκοείμων
λευκοέρυθρος
λευκόζωτος
Λευκοθέα
λευκοθέα
Λευκοθέη
Λευκόθιον
λευκοθρᾳκία
λευκοθρακία
λευκοθρᾳκία ἄμπελος
λευκόθριξ
λευκοθώραξ
λευκοίκιον
λευκόϊνον
λευκόϊνος
λευκόϊον
λευκόκαρπος
λευκόκαυλος
λευκοκέρατες
λευκόκερκος
λευκοκέφαλος
λευκόκηρος
λευκόκνημος
λευκοκόμης
λευκόκομος
λευκοκράμβη
λεύκοκρας
λευκόκρας
λευκόκροκος
λευκοκύμονες
λευκοκύμων
λευκόλιθος
λευκολινής
λευκόλινον
Λεύκολλα
Λεύκολλος
λευκολόφας
Λευκολόφας
Λευκολοφίδης
λευκόλοφος
Λευκόλοφος
λευκομαινίς
λευκόμαλλος
Λευκόμαντις
λευκομέλας
λευκομέτωπος
λευκομήλινος
λευκόμορφος
λευκομυόχρους
λευκομφάλιος
λευκόν
Λευκὸν
Λευκὸν πεδίον
Λευκὸν τεῖχος
…
λευκοκόμης
Save
Pape
λευκοκόμης
, ὁ, = λευκόκομος, Tzetz. PH. 659.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}