Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λευκολινής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λευκόζωτος
Λευκοθέα
λευκοθέα
Λευκοθέη
Λευκόθιον
λευκοθρᾳκία
λευκοθρακία
λευκοθρᾳκία ἄμπελος
λευκόθριξ
λευκοθώραξ
λευκοίκιον
λευκόϊνον
λευκόϊνος
λευκόϊον
λευκόκαρπος
λευκόκαυλος
λευκοκέρατες
λευκόκερκος
λευκοκέφαλος
λευκόκηρος
λευκόκνημος
λευκοκόμης
λευκόκομος
λευκοκράμβη
λεύκοκρας
λευκόκρας
λευκόκροκος
λευκοκύμονες
λευκοκύμων
λευκόλιθος
λευκολινής
λευκόλινον
Λεύκολλα
Λεύκολλος
λευκολόφας
Λευκολόφας
Λευκολοφίδης
λευκόλοφος
Λευκόλοφος
λευκομαινίς
λευκόμαλλος
Λευκόμαντις
λευκομέλας
λευκομέτωπος
λευκομήλινος
λευκόμορφος
λευκομυόχρους
λευκομφάλιος
λευκόν
Λευκὸν
Λευκὸν πεδίον
Λευκὸν τεῖχος
Λευκονο(ι)εύς
Λευκονοιεύς
λευκόνοτος
λευκοοινάριον
λευκοόπωρος
λευκοπάρειος
λευκοπάρυφος
λευκοπέλιος
λευκόπεπλος
…
λευκολινής
Save
Pape
λευκολινής
, ές,
von weißem Flachs, weißem Linnen, Inscr
. 155.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}