λευκομέλας
λευκομέλας, grey
λευκο-μέλᾱς, αινα, αν,
- grey, Hdn. Epim. 163, Tz.ad Lyc. 334.
λευκομέλας -αινα -αν [λευκός , μέλας ] gray Hdn. Epim. 163 etc.
λευκομέλας, [λᾱ], αινα, αν, weißschwarz, weiß und schwarz, grau, Sp.