λευκοπάρειος
λευκοπάρειος, fair-cheeked
λευκο-πάρειος [ᾰ], ον,
- fair-cheeked, AP 5.159 (Mel.).
λευκοπά̆ρειος -ον [λευκός , παρειά ] that has white or delicate cheeks Meleag. (AP 5.160.1)
● also -πάρῃος Mus. 571.
● also -πάρῃος Mus. 571.
λευκο·πάρειος, ion. λευκο·πάρῃος, ος, ον [ᾰ] aux joues blanches, Anth. 5, 160.
Étym. λ. παρειά.
λευκοπάρειος, weißwangig, Mel. 83 (V.160).
λευκοπάρειος
λευκο-πάρειος, Ionic -ῃος, ον
παρειά
- fair-cheeked, Anth.