λιγύπνοιος
λιγύπνοιος, shrill-blowing, whistling
λῐγῠ-πνοιος, ον,
- shrill-blowing, whistling, ἄνεμοι h.Ap. 28.
λῐγύπνοιος -ον [λιγύς, πνέω ] loud-blowing: ἄνεμοι winds Hom. 3.28.
λιγύ·πνοιος, ος, ον [ῐ] au souffle harmonieux ou strident, Hh. Ap. 28.
Étym. λ. πνοιή.
λιγύπνοιος, = λιγυπνείων, ἄνεμοι, H.h. Apoll. 28. S. λιγύπνοος.
λιγύπνοιος
λῐγύ-πνοιος, ον
πνοιή
= λῐγυπνείων, Hhymn.