Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιθοκόλλα
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιθογλυφής
λιθογλυφία
λιθογλυφικός
λιθογλύφος
λιθογλώχιν
λιθογνωμικόν
λιθογνωμικός
λιθογνώμων
λιθογόνος
λιθογραφημένη
λιθογράφος
λιθοδαίδαλος
λιθόδενδρον
λιθοδερκής
λιθόδερμος
λιθοδικτέω
λιθόδμητος
λιθοδόμητος
λιθοδόμος
λιθοειδής
λιθοεργής
λιθοεργός
λιθοθεσία
λιθοθήκτης
λιθοθήρας
λιθοικοδόμητος
λιθοκαλλής
λιθοκάρδιος
λιθοκέφαλος
λιθόκολλα
λιθοκόλλα
λιθοκόλλητος
λιθόκολλος
λιθοκομικόν
λιθοκοπέω
λιθοκοπία
λιθοκοπικός
λιθοκόπος
λιθοκρήδεμνος
λιθοκτονέω
λιθοκτονία
λιθολάβος
λιθολαμπής
λιθολευστέω
λιθολεύστης
λιθολεύστησις
λιθόλευστος
λιθολογέω
λιθολόγημα
λιθολογία
λιθολόγιος
λιθολόγος
λιθομανής
λιθομανία
λιθόξεστα
λιθόξεστος
λιθοξόανος
λιθοξοεῖον
λιθοξοέω
λιθοξοϊκός
λιθοξόος
…
λιθοκόλλα
Save
Brill-Montanari
λῐθοκόλλα
-ης,
ἡ
[
λίθος
,
κόλλα
]
cement
Diosc.
2
5.145.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}